Πέντε δυσκολίες όταν γράφει κανείς την αλήθεια
Η πρώτη είναι νά 'χεις το θάρρος να γράφεις την αλήθεια.
Η δεύτερη είναι νά 'χεις τη γνώση ν' αναγνωρίζεις την αλήθεια.
Η τρίτη είναι νά 'χεις την τέχνη να κάνεις την αλήθεια χρησιμοποιήσιμη σαν ένα όπλο.
Η τέταρτη είναι νά 'χεις αρκετή κρίση, ώστε να διαλέγεις αυτούς που η αλήθεια στα χέρια τους θά 'ναι αποτελεσματική.
Και τέλος η πέμπτη δυσκολία είναι νά 'χεις την απαραίτητη πονηριά για να διαδώσεις την αλήθεια σε πολλούς.

Μπέρτολντ Μπρέχτ {1934}

21.5.12

Αγάπη για την πατρίδα
(μίσος για τους πατριδολάτρες)

Ο κ. Κ. δεν τό 'κρινε απαραίτητο να ζει σε μιά συγκεκριμένη χώρα.
Έλεγε: Παντού μπορώ να πεινάσω.
Κάποτε όμως έλαχε να περνάει από μιά πόλη που την είχε κυριέψει ο εχθρός της χώρας που ζούσε. Τον πλησίασε τότε ένας αξιωματικός του εχθρού και τον ανάγκασε να κατεβεί από το πεζοδρόμιο.
Ο κ. Κ. κατέβηκε και διαπίστωσε ξαφνικά ότι είχε αγανακτήσει ενάντια σ' αυτόν τον άνθρωπο, και μάλιστα όχι μόνον ενάντια στον άνθρωπο μα, προπαντός, ενάντια στη χώρα που ανήκε ο άνθρωπος αυτός, τόσο που ευχήθηκε να γίνει ένας σεισμός και να την καταπιεί.
Γιατί, ρώτησε ο κ. Κ., έγινα εθνικιστής εκείνη τη στιγμή;
Γιατί συνάντησα έναν εθνικιστή.
Μα γιαυτό ακριβώς πρέπει να εξολοθρεύουμε τη βλακεία: Γιατί κάνει βλάκες αυτούς που τη συναντούν.

Αυτός που υπηρετεί το σκοπό του

Ο κ. Κ. έβαλε τα παρακάτω ερωτήματα:
Κάθε πρω'ί' ο γείτονάς μου ακούει μουσική απ' ένα γραμμόφωνο.
Γιατί ακούει μουσική;
Γιατί γυμνάζεται, καθώς μαθαίνω.
Και γιατί γυμνάζεται;
Γιατί του χρειάζεται δύναμη, καθώς μού λένε.
Καλά, και γιατί του χρειάζεται η δύναμη;
Γιατί πρέπει να νικήσει τους εχθρούς του στην πόλη, καθώς λέει.
Γιατί πρέπει να νικάει τους εχθρούς του;
Γιατί θέλει να φάει, καθώς μαθαίνω.

Όταν ο κ. Κ. τ' άκουσε όλ' αυτά, ότι δηλαδή ο γείτονάς του άκουγε μουσική για να γυμνάζεται, γυμνάζονταν για να είναι δυνατός, ήθελε να είναι δυνατός για να νικάει τους εχθρούς του, νικούσε τους εχθρούς του για να τρώει, έβαλε τούτο το ερώτημα:
Καλά, γιατί τρώει;

6.4.12

Πρόταση
για την περίπτωση που δεν θα προσέξουν την πρόταση

Ο κ. Κ. συμβούλευε να προσθέτουμε, αν είναι δυνατό σε κάθε πρόταση, καλού-κακού και μιάν άλλη, για την περίπτωση που οι άνθρωποι δεν θα προσέξουν την πρόταση.
Όταν λογουχάρη πρότεινε σε κάποιον που βρίσκονταν σε δύσκολη θέση ένα συγκεκριμένο τρόπο δράσης που έβλαφτε τους άλλους όσο το δυνατό λιγότερο, τού έδειχνε ταυτόχρονα κι έναν άλλο τρόπο, λιγότερο ακίνδυνο, όχι όμως και τον πιο σκληρό απ' όλους.
Αυτός που δεν είναι έτοιμος για όλα, έλεγε, θα πρέπει να κάνει τουλάχιστον το λιγότερο.

19.3.12

Κουβέντες

- Εμείς οι δυό δεν έχουμε τίποτα να πούμε,
είπε ο κ. Κ. σε κάποιον.
- Γιατί;
ρώτησε ο άλλος τρομαγμένος.
- Γιατί όταν είμαι μαζί σου, δεν λέω καμμιά λογική κουβέντα,
παραπονέθηκε ο κ. Κ.
- Μα αυτό δεν μέ ενοχλεί καθόλου,
τον παρηγόρησε ο άλλος.
- Τό πιστεύω,
είπε με πικρία ο κ. Κ.,
ενοχλεί όμως εμένα.

Επιτυχία

O κ. Κ. είδε μιά ηθοποιό να περνάει κι είπε:
- Είναι όμορφη.
- Τελευταία είχε επιτυχία χάρη στην ομορφιά της,
τον πληροφόρησε ο συνοδός του.
Ο κ. Κ. φουρκίστηκε κι είπε:
- Όχι! Είναι όμορφη γιατί είχε επιτυχία!

5.2.12

Οι δυό οδηγοί

Όταν ρώτησαν κάποτε τον κ. Κ. για τον τρόπο δουλειάς δυό ανθρώπων του θεάτρου, εκείνος έκανε τούτη τη σύγκριση:
Γνωρίζω κάποιον οδηγό που ξέρει καλά τον κώδικα κυκλοφορίας, φρενάρει όταν πρέπει και ξέρει να χρησιμοποιεί τον κώδικα για το καλό του.
Είναι μάστορης στο να πατάει γκάζι και μετά να κατεβαίνει πάλι σε μιά κανονική ταχύτητα, να μην κουράζει την μηχανή του αυτοκινήτου του κι έτσι κατορθώνει πάντα να πορεύεται προσεχτικά και τολμηρά ανάμεσα στα άλλα οχήματα.

Ένας άλλος οδηγός που γνωρίζω, χρησιμοποιεί μιάν άλλη μέθοδο.
Περισσότερο από το δικό του αμάξι ενδιαφέρεται για ολάκερη την κυκλοφορία και θεωρεί τον εαυτό του ένα μικρό κομμάτι της.
Δε νοιάζεται ούτε να χρησιμοποιήσει τα δικαιώματα που έχει ούτε και να προβάλει ιδιαίτερα τον εαυτό του.
Οδηγεί πάντα στο ίδιο πνεύμα με τον οδηγό που πάει μπροστά του και μ' εκείνον που έρχεται πίσω του και η μόνιμη ικανοποίησή του είναι να μπορούν να πορεύονται όλα τα αμάξια μαζί και οι πεζοί.

8.1.12

Μορφή και περιεχόμενο

Ο κ. Κ. παρατηρούσε έναν πίνακα που έδινε σε μερικά αντικείμενα μιά πολύ ιδιότυπη μορφή.
Και ο κ. Κ. είπε:
Μερικοί καλλιτέχνες, όταν μελετούν τον κόσμο, την παθαίνουν όπως και πολλοί φιλόσοφοι. Καθώς μοχθούν για την μορφή, τους ξεφεύγει το περιεχόμενο.
Κάποτε δούλευα σ' έναν κηπουρό.
Μια μέρα μού δίνει ένα ψαλίδι και μού λέει να κλαδέψω μιά δάφνη. Την δάφνη την είχαν μέσα σε μια γλάστρα και τη δάνειζαν σε διάφορες εκδηλώσεις. Γιαυτό κι έπρεπε να' ναι στρογγυλή σαν σφαίρα.
Άρχισα παρευθύς να κλαδεύω τ' αγριόκλαδα, παιδευόμουν ώρες ολόκληρες, μα δεν κατάφερα τίποτα. Κάποτε κλάδευα τη μία πλευρά περισσότερο, κάποτε την άλλη. Όταν στο τέλος κατόρθωσα να την στρογγυλέψω η σφαίρα είχε γίνει μικρή σαν σβώλος.
Ο κηπουρός μού είπε απογοητευμένος:
- Καλά... Βλέπω τη σφαίρα... Πού είναι όμως η δάφνη;

Πείνα

Σε μιά ερώτηση σχετικά με την πατρίδα o κ. Κ. έδωσε τούτη την απάντηση:
Παντού μπορώ να πεινάσω.
Ένας προσεχτικός ακροατής ρώτησε τότε τον κ. Κ. πώς γίνεται να λέει ότι πεινάει, όταν στην πραγματικότητα έχει να φάει.
Ο κ. Κ. δικαιολογήθηκε λέγοντας:
Προφανώς ήθελα να πω ότι μπορώ να ζήσω παντού όπου υπάρχει πείνα, φτάνει να θέλω να ζήσω.
Ομολογώ ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο πεινάω εγώ ο ίδιος και στο να ζω σε τόπο όπου ο κόσμος πεινάει.
Ας μου επιτραπεί ωστόσο ν' αναφέρω ως ελαφρυντικό μου το γεγονός ότι το να ζω σε τόπο όπου υπάρχει πείνα είναι για μένα, αν όχι τόσο κακό όσο να πεινάω ο ίδιος, όμως πολύ κακό.
Στο κάτω-κάτω για τους άλλους δεν έχει τόση σημασία αν εγώ πεινάω, έχει όμως μεγάλη σημασία ότι είμαι εναντίον της πείνας.

To αβοήθητο παιδί

O κ. K. μιλούσε για την κακή συνήθεια των ανθρώπων να καταπίνουν σιωπηρά την αδικία που τους κάνουν κι αφηγήθηκε τούτη την ιστορία:
Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τί το βασάνιζε.
- Νά! είχα δυό γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο, μα ήρθε ένα αγόρι κι άρπαξε το ένα από το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί.
- Καλά και δεν φώναξες βοήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος
- Πως... Φώναξα! είπε το παιδί κι άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά.
- Και δεν σ' άκουσε κανένας; ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάϊδεψε στοργικά το παιδί.
- Όχι! αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας με αναφυλλητά.
- Δεν μπορείς να φωνάξεις πιό δυνατά; ρώτησε ο άνθρωπος.
- Όχι! αποκρίθηκε το παιδί, που, βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει, είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει.
- Τότε δώσε μου και τ' άλλο! είπε ο άνθρωπος.
Πήρε και το τελευταίο γρόσι από το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του.

21.12.11

Μέτρα ενάντια στη βία

Όταν ο κ. Κόϋνερ, ο στοχαστής, έτυχε να μιλήσει κάποτε σε μιάν αίθουσα μπροστά σε πολύ κόσμο ενάντια στη βία, είδε τους ανθρώπους γύρω του να οπισθοχωρούν και να φεύγουν. Γύρισε τότε και αντίκρυσε τη βία.
- Τί έλεγες; τον ρώτησε η βία.
- Εγώ; αποκρίθηκε ο κ. Κ., υποστήριζα τη βία.
Σαν έφυγε η βία, οι μαθητές του κ. Κ. τον ρώτησαν γιατί έσκυψε το κεφάλι.
- Γιατί δεν έχω κεφάλι για σπάσιμο, αποκρίθηκε ο κ. Κ. Εξάλλου εγώ πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη βία.
Και ο κ. Κ. αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία:
Στο σπίτι του κ. Έγκε, που είχε μάθει να λέει "όχι", ήρθε μιά μέρα, τον καιρό της παρανομίας, ένας πράχτορας και του παρουσίασε ένα χαρτί που το είχαν εκδώσει αυτοί που εξουσίαζαν την πόλη.
Το χαρτί έλεγε ότι στον πράχτορα αυτόν θ' ανήκε κάθε σπίτι όπου θα πατούσε το πόδι του, όπως και κάθε φαγητό που θα ζητούσε.
Θά 'πρεπε ακόμα να τον υπηρετεί και κάθε άνθρωπος που θα αντάμωνε.
Ο πράχτορας κάθησε σε μιά καρέκλα, ζήτησε φαγητό, πλύθηκε, πλάγιασε και προτού κοιμηθεί, ρώτησε τον κ. Έγκε με το πρόσωπο στον τοίχο:
- Θα με υπηρετείς;
Ο κ. Έγκε τον σκέπασε με την κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κάθησε δίπλα στο προσκεφάλι του, κι όπως εκείνη την ημέρα, τον υπάκουε άλλα εφτά χρόνια.
Ό,τι κι αν έκανε όμως για δαύτον, ένα πράμμα απόφυγε να κάνει: Δεν τού 'πε ποτέ μια λέξη.
Σαν πέρασαν τα εφτά χρόνια, ο πράχτορας, που χόντρυνε από το πολύ φα'ί', τον ύπνο και τις διαταγές, πέθανε.
Ο κ. Έγκε τον τύλιξε τότε στην ξεφτισμένη κουβέρτα, τον έσυρε έξω από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, άσπρισε τους τοίχους, ανάσανε βαθιά και αποκρίθηκε:
- Όχι.